ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΗ

Ερωτηματολόγια


ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΗ

 

 

3.1 Προστατιτιδα

Ο όρος προστατιτιδα υποδηλώνει μια φλεγμονή του προστάτη αδένα. Στην προστατιτιδα ο προστάτης συνήθως μολύνεται ή από την ουρήθρα ή από παλινδρόμηση ούρων στους εκφορητικούς του πόρους ή ακόμα και μετά σεξουαλική επαφή από το ορθό χωρίς προφύλαξη. Τα συνήθη αίτια είναι το κολοβακτηρίδιο (E. Coli), η Klebsiella spp., ο Proteus Mirabilis, ο Enterococcus faecalis και η Pseudomonas Aeruginosa. Υπάρχουν όμως και μικροοργανισμοί οι οποίοι βρίσκονται φυσιολογικά στην ουρήθρα και οι οποίοι αρκετά συχνά αναγνωρίζονται σε καλλιέργειες προστατικού υγρού, χωρίς όμως να έχει τεκμηριωθεί μέχρι σήμερα ο ρόλος τους και η πιθανή εμπλοκή τους στην αιτιολογία της μικροβιακής προστατιτιδας. Τέτοιοι μικροοργανισμοί είναι ο Staphylococcus epidermis, ο Streptococcus και στελέχη από διφθεροειδή.

 

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΤΙΤΙΔΑΣ

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας, η προστατιτιδα ταξινομείται ως εξής:

 

  1. Οξεία μικροβιακή προστατιτιδα (τύπος I)

 

  1. Χρόνια μικροβιακή προστατιτιδα (τύπος II)

 

 

  1. Χρόνια  μη μικροβιακή προστατιτιδα –σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους- CPPS  (τύπος III)

Α. Φλεγμονώδες CPPS (τύπος IIIA)

  1. B. Μη-φλεγμονώδες CPPS (τύπος IIIB) [γνωστή παλαιότερα ως προστατοδυνία]

 

  1. Ασυμπτωματική φλεγμονώδης προστατιτιδα (ιστολογική προστατιτιδα).

 

Στο σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους (Chronic Pain Pelvic Syndrome- CPPS), η διαφορά μεταξύ τύπου A και B είναι ότι ο φλεγμονώδης τύπος (IIIA) χαρακτηρίζεται από την παρουσία πυοσφαιρίων στο σπερματικό υγρό, στο προστατικό υγρό μετά από μάλαξη του προστάτη (EPS) και στο δείγμα ούρων μετά τη μάλαξη του αδένα  κατά τη δοκιμασία Stamey-Mears (VB3), ενώ στον τύπο IIIB δεν παρατηρούνται πυοσφαίρια στα παραπάνω δείγματα.

Η διάγνωση θα στηριχθεί στο ιστορικό, στην κλινική εξέταση, την κλινική εικόνα και τα εργαστηριακά και απεικονιστικά ευρήματα.

Χαρακτηριστικό κλινικό σημείο είναι το άλγος το οποίο παρατηρείται στην προστατιτιδα αλλά και στο CPPS, το οποίο μπορεί να εντοπίζεται:

 

Στον προστάτη ή το περίνεο 46%
Στο όσχεο ή τους όρχεις 39 %
Στο πέος 6%
Στην ουροδόχο κύστη 6%
Στη μέση 2%

 

Οι ασθενείς εκτός από το άλγος, το οποίο είναι επίμονο, βύθιο (σαν βάρος) και το οποίο παρουσιάζεται με υφέσεις και εξάρσεις πολλές φορές, παραπονιούνται για συχνουρία, δυσουρία και χαμηλή ροή ούρων.

Στις εργαστηριακές εξετάσεις σημαντικό ρόλο καταλαμβάνουν η γενική ούρων και η καλλιέργεια ούρων, ενώ πρωταρχική θέση στη διάγνωση της προστατίτιδας όλων των μορφών εκτός της οξείας μικροβιακής, διαδραματίζει η δοκιμασία StameyMears. Η δοκιμασία αυτή γίνεται ως εξής:

ο ασθενής ουρεί και γίνεται η λήψη των πρώτων 10cc ούρων όπου και συλλέγονται σε σωληνάριο (VB1). Ακολουθεί λήψη ούρων από το μέσο της ούρησης (VB2). Στη συνέχεια γίνεται μάλαξη του προστάτη και συλλογή του προστατικού υγρού (EPS). Η εξέταση ολοκληρώνεται με λήψη δείγματος ούρων μετά από την προστατική μάλαξη (VB3). Συνήθως με αυτή την εξέταση σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και την εξέταση του ασθενούς  μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τον τύπο της προστατίτιδας. Σε σπάνιες περιπτώσεις είναι επιβεβλημένη η διενέργεια κυστεοσκόπησης, ουροδυναμικού ελέγχου  αλλά και διορθικού υπερηχοτομογραφήματος του προστάτη, με σκοπό τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων με παρόμοια συμπτωματολογία.

 

 

3.1.α Οξεία μικροβιακή προστατιτιδα

 

Α. Ορισμός

Ως  οξεία μικροβιακή προστατιτιδα καλείται η φλεγμονή του προστάτη αδένα, η οποία προκαλείται  από κάποιο μικρόβιο και εμφανίζεται με απότομη έναρξη των συμπτωμάτων τα οποία είναι ιδιαίτερα έντονα και θορυβώδη.

 

Β. Αίτια

Το συνηθέστερο αίτιο είναι το Escherichia Coli, το οποίο συνήθως μεταφέρεται από την ουρήθρα στον προστάτη μετά από σεξουαλική επαφή ή από φλεγμονές της βαλάνου. Επίσης σε ηλικιωμένους ασθενείς που εμφανίζουν υποτροπιάζουσες επιδιδυμίτιδες, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο και εμφάνισης οξείας προστατιτιδας με μεταφορά του παθογόνου παράγοντα από τους εκφορητικούς πόρους. Άλλα αίτια είναι η κλεμπσιέλλα, ο πρωτέας, ο εντερόκοκκος και ψευδομονάδα. Ένας άλλος τρόπος μετάδοσης μικροβίου στον προστάτη αδένα, ο οποίος είναι πάρα πολύ σπάνιος και εμφανίζεται συνήθως σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή, είναι αιματογενώς και λεμφογενώς.

 

Γ. Κλινική εικόνα

Η οξεία μικροβιακή προστατιτιδα χαρακτηρίζεται από απότομη έναρξη των συμπτωμάτων, τα οποία ποικίλλουν από:

  • πυρετό (>38ο) με ρίγος
  • δυσουρία
  • συχνουρία
  • επιτακτική ούρηση
  • αιματουρία
  • δυσκολία στην ούρηση ή ακόμα και επίσχεση ούρων.
  • αρθραλγία, μυαλγία
  • αίσθημα κόπωσης και γενικά αδυναμία του ασθενούς.

 

Δ. Διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα και στα εργαστηριακά ευρήματα με τα τελευταία να χαρακτηρίζονται από:

  • Πυοσφαίρια και ερυθρά στη γενική ούρων
  • λευκοκυττάρωση και πολυμορφωπυρήνωση στη γενική αίματος
  • μεγάλη αύξηση της ταχύτητας καθίζησης ερυθρών
  • αύξηση της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης.
  • Αύξηση των διαστάσεων του προστάτη στο υπερηχογράφημα

 

Στη δακτυλική εξέταση ο προστάτης παρουσιάζεται επώδυνος, οιδηματώδης και θερμός στην αφή, ενώ σε περίπτωση αποστήματος παρουσιάζει χαρακτηριστικό κλυδασμό.

 

Ε. Επιπλοκές

  • Οξεία επίσχεση ούρων
  • Απόστημα του προστάτη
  • Οξεία πυελονεφρίτιδα (από αιματογενή διασπορά)
  • Οξεία επιδιδυμίτιδα
  •  Μικροβιαιμία
  • Σήψη και σηπτικό shock.

 

ΣΤ. Θεραπεία

Η φλεγμονή αυτή, όπως άλλωστε προδίδει και ο χαρακτηρισμός της, είναι οξεία και ως εκ τούτου ο θεράπων ιατρός θα κρίνει πότε ο ασθενής, ανάλογα με τη βαρύτητα της καταστάσεως του πρέπει να νοσηλευτεί ή μη σε νοσοκομείο. Πρέπει να τονιστεί ότι σε αυτού του είδους την προστατιτιδα η θεραπεία πρέπει να είναι άμεση και επιθετική, με σκοπό την όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση. Πρέπει να τονιστεί ότι σε περιπτώσεις όπου ο ασθενής δεν μπορεί να ουρήσει και παρουσιάζει επίσχεση ούρων, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η τοποθέτηση καθετήρα από την ουρήθρα γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε σήψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ουρολόγος είναι προτιμότερο να τοποθετεί υπερηβικό καθετήρα, τον οποίο και αφαιρεί μετά το πέρας της αγωγής. Επίσης, για το ίδιο ακριβώς λόγο ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ και η έντονη μάλαξη του προστάτη.

 

Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι τα ακόλουθα:

  • καλή ενυδάτωση του ασθενή
  • παρεντερική χορήγηση αντιβιοτικών πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα μετά τη λήψη των πρώτων αποτελεσμάτων. Ο συνδυασμός κινολόνης και αμινογλυκοσίδης παρεντερικά αποτελεί τη θεραπεία εκλογής.
  • χορήγηση αντιφλεγμονωδών και υπακτικών.
  • Μετά την αντιμετώπιση της οξείας φάσης και αφού υποχωρήσει ο πυρετός και τα δυσουρικά ενοχλήματα, ο ασθενής λαμβάνει αντιβίωση από το στόμα, με φάρμακο εκλογής τις κινολόνες και για χρονικό διάστημα από 4-6 εβδομάδες. 
  • Χορήγηση α-blocker για βελτίωση της ούρησης ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπόλειμμα ούρων.

 

Πρέπει να επισημανθεί ότι η χορήγηση της αγωγής δεν θα πρέπει να γίνεται για χρονικό διάστημα λιγότερο του μήνα γιατί υπάρχει ο κίνδυνος μη εκρίζωσης του αιτίου και μετατροπή της οξείας σε χρόνια προστατιτιδα. Έτσι, ο ουρολόγος θα πρέπει να εξηγεί στον ασθενή ότι μπορεί τα συμπτώματα να υποχωρήσουν σχετικά σύντομα μετά την έναρξη της αγωγής, αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να διακοπεί αυτή, γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερα προβλήματα στο μέλλον.

 

 

3.1.β Χρόνια μικροβιακή προστατιτιδα

 

Α. Ορισμός

Ως  χρόνια μικροβιακή προστατιτιδα καλείται η φλεγμονή του προστάτη αδένα, η οποία έχει προκληθεί από κάποιο μικρόβιο, σε χρονικό διάστημα άγνωστο από την εμφάνιση των συμπτωμάτων και εμφανίζεται με υφέσεις και εξάρσεις. Πρόκειται για μια επίμονη φλεγμονή που ταλαιπωρεί τον ασθενή σωματικά αλλά κυρίως ψυχολογικά και αποτελεί μια από τις κυριότερες αιτίες παραμονής μικροβίων στο κατώτερο ουροποιητικό σύστημα.

 

Β. Αίτια

Το συνηθέστερο αίτιο είναι, όπως και στην οξεία προστατιτιδα, το κολοβακτηρίδιο [Escherichia Coli], ενώ και τα άλλα αίτια είναι επίσης η κλεμπσιέλλα, ο πρωτέας, ο εντερόκοκκος και η ψευδομονάδα. Αυτό είναι λογικό, αφού η χρόνια προστατιτιδα είναι απότοκος της οξείας προστατιτιδας και ως εκ τούτου έχει την ίδια αιτιολογία με αυτή.

 

Γ. Κλινική εικόνα

Οι ασθενείς υποφέρουν από υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού είτε από το ίδιο ή ακόμα και από διαφορετικά μικρόβια. Τα τελευταία είναι εγκατεστημένα στους προστατικούς πόρους και το προστατικό υγρό. Η συμπτωματολογία της νόσου ποικίλλει από ασυμπτωματική έως άτυπα ενοχλήματα που συχνά ούτε ο ίδιος ο ασθενής μπορεί να καθορίσει με ακρίβεια. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της χρόνιας προστατιτιδας είναι οι υφέσεις και οι εξάρσεις δηλαδή τα ενοχλήματα εμφανίζονται μετά από παρατεταμένα χρονικά διαστήματα στα οποία ο ασθενής δεν αναφέρει καμία ενόχληση. Η χρόνια μικροβιακή προστατιτιδα χαρακτηρίζεται από πληθώρα συμπτωμάτων, τα οποία ποικίλλουν από:

  • δυσουρία
  • συχνουρία
  • επιτακτική ούρηση
  • νυκτουρία
  • αιμοσπερμία
  • άλγος στο υπογάστριο, στο περίνεο και στους όρχεις μέχρι και
  • πρόωρη εκσπερμάτιση και στυτική δυσλειτουργία.

 

Δ. Διάγνωση

Οι ασθενείς με χρόνια προστατιτιδα είναι συνήθως αγχωμένοι και συνάμα ταλαιπωρημένοι από τις πολλές θεραπείες και ανατρέχουν από ουρολόγο σε ουρολόγο με την ελπίδα να απαλλαχθούν οριστικά από τα ενοχλήματά τους.

Αναφέρουν την συμπτωματολογία τους σε περιόδους εξάρσεως της νόσου καθώς   και τη θεραπεία που κατά καιρούς έχουν ακολουθήσει.

Η διάγνωση θα βασιστεί, εκτός από το ιστορικό και στα ακόλουθα:

  • στη δοκιμασία StameyMeares: Η τεχνική αυτή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της διαγνώσεως της χρόνιας προστατίτιδας. Συνιστάται στην εξέταση 4 δειγμάτων τα οποία είναι: 1ο Δείγμα(VB1): τα πρώτα 10cc ούρων από την αρχή της ούρησης. 2ο Δείγμα(VB2): είναι ούρα (5-10cc) που συλλέγονται από το μέσο της ούρησης, 3ο Δείγμα(EPS): το προστατικό έκκριμα που συλλέγεται μετά από μάλαξη του προστάτη και 4ο Δείγμα(VB3)τα πρώτα 5-10cc ούρων αμέσως μετά την προστατική μάλαξη. Στην προστατιτιδα ο αριθμός των μικροβίων είναι αυξημένος στο 3ο και 4ο δείγμα (πυοσφαίρια >10 κ.ο.π στο προστατικό υγρό και στο δείγμα ούρων μετά τη μάλαξη του προστάτη), ενώ στην χρόνια προστατιτιδα ανευρίσκονται επίσης αυξημένος αριθμός λευκοκυττάρων (>12-15 κ.ο.π) καθώς επίσης και αυξημένος αριθμός λιπιδοφόρων μακροφάγων κυττάρων.
  • στη δακτυλική εξέταση: σε αυτή μπορεί να ψηλαφηθούν τοπικές σκληρίες οι οποίες να αντιστοιχούν σε προστατικούς λίθους (ενδεικτικό παλιάς φλεγμονής). Οι προστατικοί λίθοι αποτελούν μια από τις κυριότερες αιτίες υποτροπών, αφού είναι το ¨κατάλληλο υπόστρωμα¨ για την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων.
  • στο διορθικό υπερηχογράφημα: Η χαρακτηριστική υπερηχοτομογραφική εικόνα είναι υπερηχογενείς ζώνες στον προστάτη αδένα οι οποίες και αντιστοιχούν σε αποτιτανώσεις αυτού (δείγμα παλιών φλεγμονών του αδένα).
  • στην  καλλιέργεια σπέρματος όταν συνοδεύεται με ταυτόχρονη εξέταση των ούρων, γιατί αλλιώς μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

 

Ε. Επιπλοκές

  • Επιδιδυμίτιδα
  • Ουρολοίμωξη
  • Λιθίαση του προστάτη αδένα
  • Υπογονιμότητα

 

 

ΣΤ. Θεραπεία

Για τη αντιμετώπιση της χρόνιας μικροβιακής προστατιτιδας απαιτείται μακροχρόνια αντιβιοτική θεραπεία με φάρμακα που να επιτυγχάνουν υψηλές συγκεντρώσεις στο προστατικό υγρό. Οι ουσίες αυτές για να κατορθώσουν να διαπεράσουν το προστατικό επιθήλιο θα πρέπει να είναι λιποδιαλυτές και να μην συνδέονται με τις πρωτεΐνες του ορού. Τα καλύτερα αποτελέσματα έχουν οι κινολόνες (για διάστημα από 6-12 εβδομάδες) και ο συνδυασμός τριμεθοπρίμης-σουλφομεθοξαζόλης για 12 εβδομάδες. Η ερυθρομυκίνη είναι ένα άλλο φάρμακο που χορηγείται στις περιπτώσεις φλεγμονής από Gram-θετικούς οργανισμούς.

Στους ασθενείς επίσης συστήνουμε να έχουν συχνές σεξουαλικές επαφές, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα θερμά μπάνια 1-2 φορές την ημέρα μπορεί να ανακουφίσουν τα συμπτώματα παροδικά.

Αν η φαρμακευτική αγωγή αποτύχει πολλοί ερευνητές έχουν προτείνει τη χειρουργική αντιμετώπιση με διουρηθρική προστατεκτομή, με τη λογική να αφαιρεθούν όλοι οι προστατικοί λίθοι και οι πιθανές φλεγμονώδεις εστίες.

 

ΣΤ. Πρόληψη

Είναι γνωστό ότι κατά τη σεξουαλική επαφή η είσοδος στον πρωκτό χωρίς προφυλακτικό προδιαθέτει σε προστατιτιδα. Έτσι αν για κάποιο λόγο δεν παρθεί προφύλαξη, ενδείκνυται η λήψη κινολόνης αμέσως μετά την επαφή. Επίσης ενθαρρύνεται ο άνδρας να ουρεί αμέσως μετά την επαφή, αφού έτσι μικρόβια τα οποία εισήλθαν από την ουρήθρα απομακρύνονται με τα ούρα. Τέλος, είναι προτιμότερο να μην αναβάλλεται η εκσπερμάτιση αφού αυτό προκαλεί παλινδρόμηση στους εκφορητικούς πόρους του προστάτη και πολλές φορές οδηγεί σε φλεγμονή.

 

 

 

 

3.1.γ Χρόνια  μη μικροβιακή προστατιτιδα –σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους- CPPS  (τύπος III)

 

     Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω αυτός ο τύπος προστατιτιδας διακρίνεται στον τύπο Α (φλεγμονώδης τύπος) και τον τύπο Β (μη φλεγμονώδης τύπος). Η διαφορά μεταξύ τους είναι ότι ο φλεγμονώδης τύπος (IIIA) χαρακτηρίζεται από την παρουσία πυοσφαιρίων στο σπερματικό υγρό, στο προστατικό υγρό μετά από μάλαξη του προστάτη (EPS) και στο δείγμα ούρων μετά τη μάλαξη του αδένα  κατά τη δοκιμασία Stamey-Meares (VB3), ενώ στον τύπο IIIB δεν παρατηρούνται πυοσφαίρια στα παραπάνω δείγματα.

Στον τύπο IIIA τα αίτια είναι συνήθως τα χλαμύδια, το ουρεόπλασμα και το μυκόπλασμα, παρόλο που ακόμα και σήμερα πολλοί ερευνητές αμφισβητούν το γεγονός ότι μπορεί αυτά να προκαλέσουν συμπτωματολογία προστατιτιδας.

Η κλινική εικόνα είναι ίδια με εκείνη της χρόνια προστατιτιδας ενώ η διαφορική διάγνωση θα στηριχθεί στη δοκιμασία Stamey-Meares. Στο διορθικό υπερηχοτομογράφημα με έγχρωμο Doppler αναγνωρίζονται σημεία φλεγμονής όπως και στην χρόνια προστατιτιδα.

 Η θεραπεία του CPPS τύπου A είναι:

  • τετρακυκλίνη, ερυθρομυκίνη
  • κινολόνη
  • τριμεθοπρίμη-σουλφομεθοξαζόλη
  • ζεστά μπάνια και
  • αντιφλεγμονώδη.

Στον τύπο IIIΒ  δεν ανευρίσκονται ούτε πυοσφαίρια αλλά ούτε και μικρόβια στο προστατικό υγρό και στο δείγμα ούρων μετά τη μάλαξη, ενώ το διορθικό υπερηχοτομογράφημα με Doppler είναι απολύτως φυσιολογικό. Η κλινική εικόνα δε διαφέρει από αυτή του φλεγμονώδους τύπου και η διάγνωση στηρίζεται μόνο στο αποτέλεσμα της Stamey-Mears.

Η θεραπεία του CPPS τύπου Β μπορεί να είναι:

  • αντιφλεγμονώδη
  • μυοχαλαρωτικά
  • φυσιοθεραπεία
  • διαθερμία
  • διαζεπάμη σε δόση 5mg X 3/ 24h.
  • α-blockers, όταν υπάρχουν και συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό.

 

3.1.δ Ασυμπτωματική φλεγμονώδης προστατιτιδα (ιστολογική προστατιτιδα)

 

Σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής δεν έχει κανένα απολύτως σύμπτωμα και η διάγνωση γίνεται μετά από επέμβαση στον προστάτη αδένα, όπου το πόρισμα της ιστολογικής εξέτασης εκτός των άλλων αναφέρει την ύπαρξη φλεγμονωδών στοιχείων.

Σε αυτή την περίπτωση εντάσσεται και η κοκκιωματώδης προστατιτιδα, η οποία χαρακτηρίζεται από εστιακή ή εκτεταμένη ανάπτυξη κοκκιωματωδών αλλοιώσεων στον προστάτη αδένα.

Οι αιτιολογικοί παράγοντες  μπορεί να είναι:

  • λοίμωξη από Gram- αρνητικά μικρόβια
  • βιοψία προστάτη
  • ενδοκυστική έγχυση BCG
  • διουρηθρική προστατεκτομή
  • φυματίωση.

Η κλινική εικόνα χαρακτηρίζεται από την παρουσία ερεθιστικού ή/και αποφρακτικού τύπου συμπτωματολογίας, ενώ στη δακτυλική εξέταση παρατηρείται σκληρία του αδένα. Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να γίνει από τον καρκίνο του προστάτη και επιτυγχάνεται με τη βιοψία του αδένα.

 

 

3.2 Ουρολοιμωξεις στις γυναίκες

 

Η  ουρολοιμωξη αποτελεί τη συχνότερη αιτία λοιμώξεως στο γενικό πληθυσμό, η θεραπεία των οποίων επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία κάθε χώρας. Χαρακτηριστικά, από επιδημιολογικές μελέτες στις ΗΠΑ, προκύπτει ότι το 15% των χορηγούμενων αντιβιοτικών στη συγκεκριμένη χώρα δίνεται για την αντιμετώπιση κάποιας μορφής ουρολοιμωξης, με το συνολικό ετήσιο κόστος να ξεπερνά το 1 δις. δολάρια .

Η ουρολοιμωξη στις γυναίκες ταξινομείται ανάλογα με την εντόπισή της, σε λοίμωξη του κατώτερου (ουρηθρίτιδα και κυστίτιδα) και σε αυτή του ανώτερου ουροποιητικού (πυελονεφρίτιδα). Επίσης, ανάλογα με το αν εμφανίζεται σε υγιές ή πάσχων άτομο, ταξινομείται σε μη επιπλεγμένη και επιπλεγμένη ουρολοιμωξη αντίστοιχα.

Στη μη επιπλεγμένη ουρολοιμωξη ο κυριότερος αιτιολογικός παράγοντας (70-95%) είναι το κολοβακτηρίδιο (E. coli) και ακολουθεί ο Staphylococcus saprophyticus (5-10%). Πολύ σπάνια παρατηρούνται και άλλα μικρόβια όπως Proteus mirabilis και Klebsiella spp. Αντίθετα, σε επιπλεγμένη ουρολοιμωξη οι ανωτέρω αιτιολογικοί παράγοντες ανευρίσκονται σε μικρότερο ποσοστό, και το φάσμα των πιθανών παθογόνων διευρύνεται ανάλογα και με τη συνοδό πάθηση (λιθίαση, παρουσία καθετήρα κύστεως, ανοσοκαταστολή, σακχαρώδης διαβήτης).

Η διάγνωση θα γίνει με τη βοήθεια του ιστορικού (ιστορικό ουρολοιμωξης, οικογενειακό ιστορικό ουρολοιμώξεων, ιστορικό λιθίασης ουροποιητικού, εφαρμογή αντισυλληπτικού διαφράγματος, όγκος υγρών που καταναλώνονται), της κλινικής εξέτασης (πρόπτωση γεννητικών οργάνων, κυστεοκήλη, ουρηθροκήλη), του εργαστηριακού (stick ούρων, γενική και καλλιέργεια ούρων, γενική αίματος) καθώς και του απεικονιστικού ελέγχου (ακτινογραφία ΝΟΚ, υπερηχογράφημα νεφρών-κύστεως). Σημαντικό ρόλο στη διάγνωση διαδραματίζει η συμπτωματολογία της ασθενούς, η οποία ποικίλει από συχνουρία, δυσουρία, αίσθημα βάρους στην κοιλιακή χώρα, αιματουρία (στις λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού) έως εμπύρετο με ρίγος, άλγος νεφρικής χώρας, καταβολή, ανορεξία και μείωση σωματικού βάρους ή ακόμα και σήψη σε σπάνιες περιπτώσεις σε λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού.

Αναλυτικά μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις ουρολοιμωξεων σε γυναίκες:

  1. Οξεία κυστιτιδα

Το 95% των γυναικών με ουρολοιμωξη εκδηλώνεται με συμπτωματολογία κυστιτιδας (συχνουρία, δυσουρία, αίσθημα βάρους στην κοιλιακή χώρα, αιματουρία). Υπολογίζεται ότι το 40% των γυναικών θα βιώσουν έστω και μία φορά στη ζωή τους επεισόδιο οξείας κυστιτιδας. Η διάγνωση βασίζεται στη συμπτωματολογία αλλά και στη  γενική και καλλιέργεια ούρων όπου και επιβεβαιώνουν τον αιτιολογικό παράγοντα. Η θεραπεία εκλογής είναι οι κινολόνες και η τριμεθοπρίμη-σουλφομεθοξαζόλη σε βραχυπρόθεσμα θεραπευτικά σχήματα (έως τρεις ημέρες). Βασικό ρόλο διαδραματίζει και η αυξημένη κατανάλωση ύδατος όχι μόνο κατά τη διάρκεια της θεραπείας αλλά και ως τρόπος ζωής, για την αποφυγή υποτροπής. Ο απεικονιστικός έλεγχος κρίνεται απαραίτητος μόνο σε περιπτώσεις υποτροπών (>2 ουρολοιμωξεις το εξάμηνο ή > από 3 το χρόνο) και περιλαμβάνει ακτινογραφία ΝΟΚ και U/S νεφρών-κύστεως (έλεγχο λιθιάσεως) και αν κριθεί απαραίτητο συμπληρώνεται με ενδοφλέβια πυελογραφία, CT-ουρογραφία και κυστεοσκόπηση.

Πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι παρουσιάζουν ουρολοιμωξη μετά από σεξουαλική επαφή. Αν αυτό επιβεβαιωθεί κρίνεται απαραίτητη η διενέργεια εξετάσεων στον σύντροφο με γενική ούρων, καλλιέργεια ούρων και καλλιέργεια σπέρματος και αν βρεθεί αιτιολογικός παράγοντας δίνεται η κατάλληλη αντιβίωση. Σε περιπτώσεις όπου ο σύντροφος δεν έχει ουρολοιμωξη, προτείνεται η χορήγηση αντιβίωσης πριν από τη σεξουαλική επαφή ή αμέσως μετά.

  1. Οξεία πυελονεφρίτιδα

   Η οξεία πυελονεφρίτιδα είναι μία σοβαρή λοίμωξη  η οποία χαρακτηρίζεται από εμπύρετο (>380 C) με ρίγος, άλγος στη νεφρική χώρα, καταβολή δυνάμεων και ανορεξία. Σε αυτή την περίπτωση η λοίμωξη αφορά το ή τους νεφρούς και για αυτό συνιστάται ο άμεσος εργαστηριακός και απεικονιστικός έλεγχος και η χορήγηση για τουλάχιστον 15 ημέρες αντιβιοτικών από το στόμα ή ακόμα και παρεντερικά, αντιφλεγμονοδών καθώς και αυξημένη λήψη υγρών. Αν τα συμπτώματα επιμένουν παρά την αγωγή κρίνεται απαραίτητη η εισαγωγή σε νοσοκομείο για λήψη ενδοφλέβιας αντιβίωσης και περαιτέρω έλεγχο.

  1. Υποτροπιάζουσες ουρολοιμωξεις

Υπολογίζεται ότι παρά τη θεραπεία και την αλλαγή του τρόπου ζωής ,σε ένα ποσοστό 25%, θα παρουσιαστεί υποτροπή της νόσου στους επόμενους 18 μήνες, η οποία συνήθως προκαλείται από τον ίδιο μικροβιακό παράγοντα. Αν η υποτροπή συμβεί σε μικρό χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της θεραπείας, θεωρείται βακτηριακή επιμονή και θα πρέπει να γίνει έλεγχος με ενδοφλέβια πυελογραφία και κυστεοσκόπηση για τον αποκλεισμό συνοδών παθήσεων όπως λιθίαση καθώς και  συγγενείς ή/και επίκτητες ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος. Οι υποτροπές συχνά προκαλούν ιδιαίτερο άγχος στις γυναίκες αφού όχι μόνο τους επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα ζωής αλλά τις οδηγεί και σε ιδέες ή εμμονές ότι πάσχουν από άλλη νόσο όπως π.χ καρκίνο. Σε περιπτώσεις συχνών υποτροπών χρησιμοποιείται η χορήγηση αντιβιοτικών σε πολύ μικρή δόση για μεγάλο χρονικό διάστημα (τακτική που καλείται χημειοπροφύλαξη) με σκοπό την εκρίζωση του μικροβίου και την αποστείρωση του ουροποιητικού.

  1. Ουρολοιμωξεις κατά την εγκυμοσύνη

   Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν οι έγκυες γυναίκες στις οποίες παρουσιάζεται ουρολοιμωξη, γεγονός το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό, αυξημένη περιγεννητική θνητότητα, υπέρταση ή ακόμα και αναιμία στη μητέρα. Έτσι, όταν διαγνωσθεί συμπτωματική ή ασυμτωματική βακτηριουρία (μικρόβια στα ούρα) σε μία έγκυο, θα πρέπει πάντα να θεραπεύεται με σκοπό την αποφυγή των ανωτέρω επιπλοκών. Η αντιβίωση αλλά και ο χρόνος της θεραπείας θα πρέπει να επιλέγονται με βάση τον τύπο της λοίμωξης αλλά και την εβδομάδα της κύησης με σκοπό την ασφάλεια της εγκύου αλλά και του εμβρύου.

Συμπερασματικά θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ουρολοιμωξη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται.


ΙΑΤΡΕΙΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

ΙΑΤΡΕΙΟ ΚΗΦΙΣΙΑΣ

Κλείστε Ραντεβού

Τηλέφωνο

211 2203710

-Learn more

Fax

211 2203711

-Learn more

Email

info@lekas-urology.com.

-Learn more
lobby-min

Ωράριο

Καθημερινά εκτός από Πέμπτες

-Learn more

Κινητό

6973982725

-Learn more

Φόρμα επικοινωνίας

Συμπληρώστε την φόρμα παρακάτω

-Learn more